Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Η αλήθεια για το διευρυμένο δίκτυο υποστήριξης και τους διαφεύγοντες συνεργούς του Νορβηγού δολοφόνου

Στην ταινία Ένας Ενοχλητικός Άνθρωπος του Νορβηγού Γιένς Λιέν, παραγωγής του 2006, ο κεντρικός ήρωας μεταβαίνει σε μια αλλόκοτη πόλη όπου κάθε πτυχή της ζωής είναι επιμελώς τακτοποιημένη, σχεδιασμένη στην εντέλεια, η καθημερινότητα, κάθε δραστηριότητα ελεγχόμενη, χειρουργικά προγραμματισμένη. Κάθε τι απρόοπτο προλαμβάνεται, απολύτως τίποτε δεν είναι ικανό να διασαλεύσει την ομαλότητα, να διαταράξει τη μονοτονία· η ρουτίνα είναι στέρεη, εδραιωμένη, με αυτά τα «ατυχήματα» ακόμη να διορθώνονται, τις επιπτώσεις τους να “ανακαλούνται”, να αναστρέφονται ως δια μαγείας από έναν απρόσωπο μηχανισμό επιφορτισμένο με αυτό το έργο, το οποίο όσοι τον στελεχώνουν επιτελούν χωρίς ευαισθησία αλλά αυτόματα, ανακλαστικά, διεκπεραιωτικά, εμφορούμενοι από μια, θα ‘λεγες, ενσταλαγμένη, δίχως διερώτηση αίσθηση καθήκοντος, όπως ο ενοχλητικός άνθρωπος θα διαπιστώσει τεστάροντας, δοκιμάζοντας τα όρια, μην αντέχοντας να μη νιώθει τίποτα, απορώντας ως που μπορεί να φτάσει αυτή η σιωπή που καλύπτει τα διαδοχικά περιστατικά, για τα οποία δεν γίνεται λόγος, παραμένουν ασχολίαστα, δεν αφήνουν άλλον κανέναν, πέραν από τον ίδιο, άναυδο. Το φιλμ, όσο γι’ αυτό, από τη μεριά του μοιάζει να καταθέτει ένα σχόλιο, τέτοιο δηκτικό· ακόμη και αν δεν πρόκειται για ένα στοχευμένο υπαινιγμό, για έναν “κόλαφο”, τέτοιο χτύπημα σκοπούμενο, όλα ετούτα μοιάζουν να παραπέμπουν ευθέως, μεταξύ άλλων, στο περιβόητο σκανδιναβικό μοντέλο, είναι περίπου αδύνατο κανείς να μην υποθέσει ότι τα διαδραματιζόμενα επί της οθόνης φέρουν ανάγλυφα τη σφραγίδα του περιβάλλοντος που βιώνουν οι δημιουργοί, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, στους κόλπους του κατά ορισμένους αξιοζήλευτου κοινωνικού κράτους, με το δίχτυ του προστασίας που απλώνεται, αλλά, προσοχή! –επισημαίνουν, κανείς διαισθάνεται, οι δημιουργικοί συντελεστές, επιστρατεύοντας, για να ανταπεξέλθουν σε μια καθημερινότητα που εκτυλίσσεται απαράλλακτη όπως οι λευκές νύχτες, ένα μαύρο, βιτριολικό χιούμορ–, εγκλωβίζοντας, για να καλύψει μια κοινωνία όπου η ζωή είναι βαρετή και προβλέψιμη, δίχως συγκίνηση, άοσμη και άγευστη[1].
Ο στυγερός δολοφόνος κατά συρροήν Anders Behring Breivik, και εδώ πια διόλου δεν χωρά μαύρο χιούμορ, προσχεδιάζοντας, επί μακρόν, όπως απεδείχθη, συστηματικά καταστρώνοντας, ενορχηστρώνοντας τα ειδεχθή του εγκλήματα επιδιδόμενος σε μια διαδικασία μεθοδικής προπαρασκευής, δηλωτική της ροπής προς τη λεπτομερή οργάνωση που του εμφυσήθηκε από μια κοινωνία η οποία βλέπει έτσι τα όπλα της να στρέφονται εναντίον της, φέρνει αυτήν την τελευταία αντιμέτωπη με μια τραγωδία, της οποίας είναι, ως τέτοιας, οι συνέπειες, το δίχως άλλο, αναντίστρεπτες. Η απώλεια δεκάδων ζωών δεν υπάρχει τρόπος να αναστραφεί, να διορθωθεί. Ο ίδιος ο εμπνευστής και αυτουργός των αιματηρών ενεργειών, εμφανιζόμενος αμετανόητος, παραμένοντας ασυγκίνητος από τις εκκλήσεις που του απευθύνονταν, σύμφωνα με τις μαρτυρίες επιζώντων, από τα θύματα του, τα οποία τον εκλιπαρούσαν να τους χαρίσει τη ζωή, εξακολουθώντας απτόητος, ακάθεκτος τη σωρεία των εν ψυχρώ εκτελέσεων δεκάδων νέων, μοιάζει παντελώς γι’ αυτές να αδιαφορεί, να μην έχει συναίσθηση των συνεπειών των δολοφονικών πράξεων του. Θα μπορούσε έτσι επάξια να διεκδικήσει, δικαίως να του απονεμηθεί αυτός ο τίτλος, να ταιριάξει με το προφίλ ενός «ψυχοπαθητικού χαρακτήρα»· ήτοι ενός ατόμου, θα λέγαμε, συναισθηματικά ανάπηρου, καθ’ όλα ανίκανου να συμπάσχει, να επιδείξει την στοιχειωδέστερη “εμπάθεια”, την παραμικρή συμπόνια· να συναισθανθεί την θέση του άλλου, να μπει σε αυτή. Μια τέτοια διαδικασία “φαντασιακής”, αν θέλετε, ταύτισης σίγουρα δυσχεραίνεται από τις αχανείς αποστάσεις σε μια χώρα μαστιζόμενη από την αποξένωση.
Η Νορβηγία είναι μια χώρα, γι’ αυτό φημίζεται, εξαιρετικά αραιοκατοικημένη· είναι έτσι, θα μπορούσε να ειπωθεί, προκειμένου, ακριβώς, να τηρούνται οι δέουσες αποστάσεις. Μετά το μακελειό οι διωκτικές αρχές αφοπλιστικά δημοσίως εκφράζουν την απορία: γιατί ο δράστης δεν έθεσε, μετά τον δίχως αντίσταση αφοπλισμό του, τέρμα στη ζωή του· και είναι σαν να αναρωτιούνται αν πρόκειται να βρέξει. Είναι η Νορβηγία, υπόψιν, μια χώρα όπου, λέγεται, εκφωνείται δελτίο αυτοκτονιών που ‘ναι όπως το δελτίο καιρού. Αυτή η συχνότητα των αυτοχειριασμών[2], ο αυξημένος αριθμός των σχετικών κρουσμάτων που τείνουν να λάβουν διαστάσεις επιδημίας, όσο και αν κάτι τέτοιο επιχειρείται, δεν μπορεί βέβαια να αποδοθεί στις δυσμενείς κλιματικές συνθήκες. Εκτός και αν το έκτακτο μετεωρολογικό ανακοινωθέν αφορά στον πυκνό παγετό που καλύπτει τις διαπροσωπικές σχέσεις, είναι η πάγια πρόγνωση για την παγοθύελλα που θα εξακολουθήσει να μαίνεται ξεσπώντας σε αυτές.
Ο Χίτλερ, λένε οι συνωμοσιολόγοι, θα γυρίσει από το κρύο, ζει και βασιλεύει κάπου στους παγετώνες της 7ης ηπείρου – θα πρέπει ένα τέτοιο ενδεχόμενο να μας αφήνει, στ’ αλήθεια, παγερά αδιάφορους. Ο Breivik, ισχυρίζονται κάποιοι, είναι ένας νεοναζί, ένας εξτρεμιστής της δεξιάς, ελατήριο του είναι οι ρατσιστικές πεποιθήσεις, συνιστώντας απόδειξη του ότι η απειλή του εκφασισμού επικρέμεται σαν σπάθη. Όντως, στο ναζιστικό καθεστώς, καθεστώς «διαρκούς επανάστασης», η ανασφάλεια που εμπέδωνε στον πληθυσμό η επιβολή της αρχής της συλλογικής ευθύνης, η θεώρηση των πάντων ως ενόχων έως αποδείξεως του εναντίου, η καλλιέργεια της αίσθησης πως το σύνολο του πληθυσμού αντιμετωπιζόταν ως δυνητικός αντίπαλος, ότι ο καθένας, ανά πάσα στιγμή μπορούσε να διωχθεί ως αντικαθεστωτικός –σε αυτό συνέτεινε η εξολόθρευση των Εβραίων και των λοιπών τεθειμένων στο στόχαστρο μειονοτικών ομάδων, όχι βάσει, έστω, κάποιας υπόνοιας ότι ήταν αντιπολιτευόμενοι, αλλά απλά και μόνο επειδή ανήκαν σε μια κοινωνική κατηγορία που ενοχοποιούταν αυθαίρετα–, διασπείροντας τον τρόμο στην κοινωνία, ενσπείροντας την καχυποψία, επέφεραν την πλήρη αποδιάρθρωση της –εκθεμελίωση που αποτελεί προϋπόθεση θεμελιώδη για την καθίδρυση των ολοκληρωτισμών–, αποθάρρυναν τη σύναψη κοινωνικών σχέσεων υπό το κράτος των επιφυλάξεων, αφού αν οι οικείοι συλλαμβάνονταν και βασανίζονταν θα μπορούσαν να καταμαρτυρήσουν, βασανιζόμενοι οτιδήποτε σε οποιονδήποτε, καθιστώντας των υπόλογο.
Ωστόσο οι ναζί σήμερα περιττεύουν. Αν ο Breivik, είδαμε, αδυνατεί να βάλει των εαυτό του στη θέση του άλλου είναι επειδή δεν διαθέτει τέτοιον, επειδή αμφότεροι, ο άλλος και ο εαυτός, έχουν καταργηθεί μαζί με τη “θέση”, μαζί με τη θέσμιση τους μέσα και χάρη στον κόσμο κοινωνικών φαντασιακών σημασιών της που διαβρώνεται, καθώς η κοινωνία καταβαραθρώνεται· ο θρυμματισμός λογιζόμενος ως ευκαιρία, όπως αυτό το λιώσιμο των πάγων της Αρκτικής που διευκολύνει την πρόσβαση σε πλούσια πετρελαϊκά κοιτάσματα, για των οποίων την εκμετάλλευση οι χώρες της περιοχής ερίζουν, ανάμεσα τους η Νορβηγία, πλάι στην εξόρυξη του «μαύρου χρυσού», φέρνει, απόρροια της απομύζησης, στην επιφάνεια τα μύρια όσα υπεραντλούμενα μελανά. Η αποσάθρωση του κοινωνικού ιστού, η απομόνωση, συνακόλουθα, η κλονισμένη αυτοπαράσταση, είναι που υποκινούν τον Breivik, ο οποίος αν αυτοαναγορεύεται σε τέτοιον, γίνεται αυτόκλητος θεματοφύλακας, προασπιστής της νορβηγικής ταυτότητας, είναι για να μεταθέσει το βάρος από τη δική του τη σπαρασσόμενη, την εκχερσωμένη από κάθε περιεχόμενο, αποεδαφοποιημένη, στα διατρημένα πάτρια εδάφη που κάποιοι τάχα επιβουλεύονται· γι’ αυτήν την αιμορραγούσα, την αποστραγγιζόμενη από κάθε σημασία, υπεραναπληρωματικά, ως «ιππότης» που προστατεύει την ιερή επικράτεια, να αντλήσει ψευδαισθησιακή αίγλη. Ως γνήσιος σκληροτράχηλος Νορβηγός, σκληραγωγημένος από τη χρόνια αποξένωση, ο ξανθός ιππότης είναι, κατά δήλωση που φέρεται να έκανε, «έτοιμος να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του στη φυλακή» και, ασφαλώς, δεν θα τον καταβάλει το καθεστώς απόλυτης απομόνωσης που προσωρινά του επεβλήθη. Επειδή η απομόνωση είναι διαρκής και ο δολοφόνος φυλακισμένος σε ένα πετσί στο οποίο ασφυκτιεί, το μίσος του έναντι των «ξένων» μίσος πρωταρχικά ενάντια στο εαυτό, απέχθεια, απόρροια της δυσφορίας για αυτό που μπορεί να είναι στο υφιστάμενο καθεστώς, την αδυναμία αυτοεκπλήρωσης, και το οποίο, γινόμενο αφόρητο, για να επέλθει μια καταπράυνση, η εκτόνωση, εξωστρέφεται μεταβιβάζεται στον ξένο, το διαφορετικό που, όντας τέτοιος, έχοντας εξωτερικά γνωρίσματα άλλα από αυτόν, δεν θυμίζει στον φορέα του, τον εκφραστή του το πρωτογενές του αντικείμενο-στόχο.
Στις έρευνες των αρχών για το εάν ο δολοφόνος έδρασε μόνος, η απάντηση είναι πως, ναι, πρόκειται για ένα μεμονωμένο, απομονωμένο «πυρήνα»· όσο, όμως, δε για την ύπαρξη συνεργών, ο δράστης, θα μπορούσε να ειπωθεί, έτυχε, τρόπον τινά, της “αρωγής” μιας ολόκληρης κοινωνίας με αυτοκτονικές τάσεις. Ο Breivik είναι ο ίδιος το νοσηρό σύμπτωμα, η παραγνωρισμένη συνέπεια της κοινωνίας της οποίας αυτοσυστήνεται ως θεραπευτής, προβάλλοντας την προσβάλλουσα νόσο, που ‘ναι ο ίδιος φορέας της, στους «ξένους εισβολείς», οι οποίοι, ως τέτοιοι, δηλαδή, ξένοι, αποτελούν το πλέον πρόσφορο όχημα, είναι ο ιδανικός αποδιοπομπαίος τράγος, κατάλληλοι να προσωποποιήσουν την τυραννική αποξένωση. Ο πατέρας του δράστη, εντοπισθείς στη Νότια Γαλλία, τηρεί αποστάσεις, δραπέτης, διαμένοντας εκεί πια μόνιμα, συνταξιούχος διπλωμάτης, απειλεί με περεταίρω κυρώσεις, σχετικά ερωτηθείς, σπεύδει να βεβαιώσει πως έχει διακόψει της διπλωματικές σχέσεις, έχοντας επιβάλει σχετικό εμπάργκο στις διμερείς επαφές από δεκαεξαετίας. Μας μένουν, θα πει, άλλα δεκαέξι χρόνια διακρατικής συνεργασίας και κανείς τρέμει, φανταζόμενος και μόνο το δόγμα αυτό εξωτερικής πολιτικής, το εφαρμοζόμενο πριν την απόσυρση του πρέσβη –πρεσβευτής των “αξιών” μιας κοινωνίας ο οποίος ως “ειδικός διαμεσολαβητής” γαλουχεί με αυτές–, απόηχο του οποίο θα πρέπει να συνιστά η επίσημη τοποθέτηση του επί κεφαλής της εθνικής άμυνας, όταν δικαιολογούσε την καταδρομική του επέμβαση διατεινόμενος πως οι απεχθείς πράξεις του ήταν «αποτρόπαιες, αλλά απαραίτητες». Ο πρόσφυγας-πατέρας τηρεί στάση ουδετερότητας. Ο γιός αμφισβητεί την πάγια πολιτική μη ανάμειξης και προβαίνει σε εμφατική δήλωση σε ότι αφορά την ακολουθούμενη διπλωματική τακτική, προχωρώντας σε μονομερή έναρξη των εχθροπραξιών. «Βρίσκομαι σε πόλεμο», διακηρύττει.
Ο Breivik αδυνατεί να συνάψει ανακωχή με το παρελθόν. Στο παραλήρημα του ως Ναΐτης ιππότης εξακολουθεί να ξιφουλκεί με φανταστικούς μεσαιωνικούς μωαμεθανούς εισβολείς, διεξάγοντας μια σταυροφορία που είναι, όπως ο ίδιος διατρανώνει, τέτοια προσωπική, πράγματι. Έτσι που μπορεί κανείς να εικάσει ότι αυτή η επικρεμάμενη απειλή που φέρεται να πηγάζει από μια ιστορία παρουσιαζόμενη ως διαγράφουσα κύκλους, ο αλλοτινός κίνδυνος τον οποίον επισείει, καθώς ο ισχυρισμός προβάλλεται πως αναβιώνει, δεν αποτελεί παρά μια μεταμφίεση της, με κοστούμια εποχής, σε ένα on-line παιχνίδι υπόδησης ρόλων –τέτοιο πολεμικό, σαν αυτά στα οποία αρεσκόταν να επιδίδεται, κάνοντας την «προπόνηση» του ο δράστης–, μιας προσωπικής προϊστορίας· την πανοπλία μιας εκλογικευτικής αφήγησης, τη μεταφορά ενός απώτερου παρελθόντος του οποίου έχει λάβει χώρα η απώθηση· με τη σειρά τους οι αλλοεθνείς παρείσακτοι μετωνυμία ενός είδους, χριζόμενοι εκπρόσωποι, ενσαρκωτές, εισηγούμαστε την υπόθεση, κάποιου εξοβελισμένου συντριπτικού βιώματος, απροσδιόριστου, λησμονημένου, ανήκοντος στην επικράτεια του ασυνειδήτου, η φοβούμενη, ξορκιζόμενη του επανάκαμψη τροφοδοτεί το αδιάλειπτο άγχος για τη διασφάλιση του απαραβίαστου των συνόρων. Αν το εν λόγω παρελθόν δεν είναι δυνατό να επαναληφθεί, είναι επειδή, απλά, ουδέποτε αναγνωρίστηκε ως τέτοιο, εγκαταλείφθηκε, ουδέποτε συντελέσθηκε ο αποχωρισμός, η αναγκαία απαγκίστρωση· η αυξημένη μέριμνα για την περιστολή, τον περιορισμό του, προκαλώντας την υπερφόρτιση, εκβιάζουν την αέναη αναπαραγωγή το διαιωνισμό του, τη συντήρηση του εις το διηνεκές, την εμμονική, αναπόδραστη ανασύσταση, η “μάχη” που ο δολοφόνος πολεμάει αναπαράσταση μιας μαινόμενης εσωτερικής σύρραξης, οι ορμές του θανάτου, υπερχειλίζοντας, σκορπούν το θάνατο σαδιστικά.
Ο Breivik πολεμά να φανεί αντάξιος του ιδανικού τού Εγώ, να ανταποκριθεί σε ένα τέτοιο που είναι εδώ “Άρειο”· καταβάλει, επειδή κρίνεται, αυτοαξιολογείται ως ανεπαρκής αυτομαστιγωνόμενος, αυτομεμφόμενος για την αδυναμία του τη σχετική, προσπάθειες να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων – άρση βαρών: Υποβάλλεται, φημολογείται, σε πλαστικές χειρουργικές επεμβάσεις· γυμνάζεται, σηκώνει βάρη που το επαχθέστερο όλων, ανάμεσα τους το πλέον δυσβάστακτο είναι, βέβαια, αποδεικνύεται, το να είσαι ο Breivik. Προκειμένου έτσι να ευθυγραμμιστεί με το ανώτερο πρότυπο· σιδηρόφρακτος σταυροφόρος, κουβαλάει το δικό του σταυρό. Η ιδιαίτερη έφεση την οποία εκδηλώνει συνθέτοντας την αφήγηση των ανδραγαθημάτων των ιπποτών, αποδυόμενος στο έργο της εξύφανσης, της κατασκευής ενός κλειστού, ολοκληρωμένου, απρόσβλητου, σε κάθε του πτυχή εξηγήσιμου, λογικοφανούς μέσα στην τρέλα του, “θεωρητικού” συστήματος, της εκδίπλωσης ενός οργανωμένου παραληρήματος υπό τη μορφή αυτού, εκπονώντας το διαβόητο 1500 σελίδων συνωμοσιολογικό «μανιφέστο» του, είναι μια κλίση με αυτήν αλληλένδετη, συγγενής, όπως έχει υποτεθεί,[3] της αυτοπαρατηρητικής διάθεση, της έμμονης αυτοπαρακολούθησης των παρανοϊκών. Οι τελευταίοι δικαίως διαμαρτύρονται ότι ακούν επιτιμητικές φωνές, τέτοιες που τους εγκαλούν, τους στηλιτεύουν, αδιαλείπτως τους επικρίνουν, τους αποπαίρνουν· διαμέσου αυτών, απόηχων του παρελθόντος της συγκρότησης της, η “ελεγκτική”, «λογοκριτική αρχή» που αντιπαραβάλει, συγκρίνοντας τα, με διάθεση “αυτοκριτική”, το πραγματικό Εγώ με αυτό το ιδανικό, αποκαλύπτει τις καταβολές της, αναδεικνύεται η προέλευση της, η υπόσταση της ως μετενσάρκωση του εσωτερικευμένου λόγου του Άλλου, της κοινωνικής κριτικής. Αυτός του ο ναρκισσισμός δεν αρκείται στον αποκλεισμό του, αξιώνει την εξαφάνιση του Άλλου· για να μπορεί ύστερα να ποζάρει για το φακό πάνοπλος, οχυρωμένος ικανοποιώντας τον, απερίσπαστος και ακατάβλητος, ο Breivik, «μοναχικός λύκος» της άκρας δεξιάς[4], κάνει αυτήν την φωνή και την κριτική της να πάψει, την φιμώνει, καταφερόμενος έναντι της κοινωνίας, εξολοθρεύοντας, αφανίζοντας τη στο πρόσωπο των δύσμοιρων θυμάτων του, πνίγοντας τη στη βουβαμάρα την επακόλουθη της σφαγής.
Η τραγωδία κλονίζει την αυτοεικόνιση της Νορβηγικής κοινωνίας, διαψεύδοντας το, θέτοντας το εν’ αμφιβόλλω, όντας, σύμφωνα με τη δημοφιλή παραδοχή, φαντάζουσα ως μια τέτοια που ευσταθεί, ασύμβατη, αταίριαστη με το αυτάρεσκο προφίλ της, κάνοντας την να διαρρηχθεί ως τέτοια μιας «κοινωνίας ίσων ευκαιριών». Η εν λόγω ανάγνωση μόνον εκ πρώτης μοιάζει να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Έτσι, κάπως εμβαθύνοντας, η ίδια αυτή φιλολογία των «ευκαιριών», των οποίων η εν αφθονία «παροχή» αποτελεί καύχημα, συνθέτει μια ατμόσφαιρα αποπνικτική, όπου κανείς οφείλει να καρπωθεί τα με γενναιοδωρία προσφερόμενα οφέλη· αν, δε, παρ’ ελπίδα, φανεί κατώτερος των καλλιεργούμενων προσδοκιών, θα ‘ ναι ο μόνος υπαίτιος, η ευθύνη για την αποτυχία καθ’ ολοκληρίαν θα του πιστωθεί. Το ιδανικό τού Εγώ του δολοφόνου συναντά, αναφαινόμενο ως εκτρωματικό του υποπροϊόν, ένα τέτοιο “κοινωνικό”, το οποίο ενθαρρύνει την αυτοενοχοποίηση, τον αυτοοικτιρμό, την αυτολύπηση, την ισοπεδωτική, ακατανίκητη αίσθηση μειονεξίας, συνακόλουθα της υπερτροφίας ενός αναπτυσσόμενου τιμωρητικού Υπερεγώ που διαρκώς ζητά το λόγο, απαιτεί εξηγήσεις για τη μη εκμετάλλευση των θρυλούμενων αναρίθμητων δυνατοτήτων, των πολυθρύλητων απεριόριστων «επιλογών», παραγνωρίζοντας πως όλες τους είναι τέτοιες κατ’ επίφασιν. Δεν μπορούμε να επικαλεσθούμε οποιοδήποτε ελαφρυντικό, να δώσουμε την παραμικρή επιτακτικά, εκβιαστικά τέτοια ζητούμενη αιτιολόγηση, ενόσω εξακολουθούμε να παρακάμπτουμε το συγκαλυμμένο, το παραγνωρισμένο: ότι η πολυπόθητη αυτοεκπλήρωση, η αυτοπραγμάτωση, στο μεταμοντέρνο συνοψιζόμενη υπό το προστακτικό μότο «να είσαι ο εαυτός σου», είναι καταδικασμένη να βαίνει αλλεπάλληλα αναβεβλημένη, ματαιούμενη, καθ’ όσον η παντελής απουσία νοήματος παραμένει βασανιστική, ελλείψει οποιασδήποτε ηθικής, φαντασιακής ανταμοιβής κατά τη μεσουράνηση του οικονομικού κινήτρου και τη σύμφυτη με αυτή παντοκρατορία του ανταγωνισμού, ο οποίος διόλου δεν αφήνει αλώβητο το «σκανδιναβικό μοντέλο» το φαινομενικά «κοινωνικά αλληλέγγυο», κατά τα λοιπά άρτια συνεργαζόμενο, βρισκόμενο σε απόλυτη σύμπνοια, συμβεβλημένο με την οικονομία της αγοράς. Το πώς, ανάμεσα στους δεκάδες αδικοχαμένους νέους, ξεχώρισε επικοινωνιακά, από επίσημα χείλη έγινε ιδιαίτερη, επιλεκτική μνεία σε αυτήν την απώλεια ενός άτυχου 21χρονου, κατονομαζόμενου ως ανερχόμενου πολιτικού στελέχους, είναι ενδεικτικό της προτεραιότητας που αποδίδεται στην ιεραρχική ανέλιξη, της λαγνείας για την “αριστεία” της εξεταζόμενης κοινωνίας· λες και η εν λόγω διάκριση –και δη επισημαινόμενη ήδη όταν γίνεται λόγος για άτομα που διανύουν την εφηβική ηλικία–, αναφερόμενη αγνοώντας βλακωδώς το θάνατο, ούτως ή άλλως εξισωτικό, προσθέτει κάτι στο χαμό ενός νέου ανθρώπου, από μόνον του εξαιρετικά θλιβερό, τόσο όσο και κάθε άλλου, ανεξαρτήτως τέτοιου είδους “καταξίωσης”, του αν έχει διαπρέψει· προσφέρει κάτι άλλο από ένα επιπλέον στοιχείο των συνθηκών εκκόλαψης του αδίστακτου δολοφόνου που ίσως αν πληροφορούταν την εν λόγω “επιτυχία” του να κόμπαζε, θεωρώντας πως προσθέτει στις δάφνες του η αφαίρεση της ζωής ενός φέρελπι, ενός “υψηλά” ιστάμενου, μοιραζόμενος τα κριτήρια, συμμεριζόμενος τα ιδανικά των διωκτών του.
Κατόπιν αυτών, το εκκολαπτόμενο «αβγό του φιδιού» της ανερχόμενης Σκανδιναβικής νέας άκρας δεξιάς, δεν αποτελεί παρά την «ηθική συνείδηση» της κάθε βόρειας κοινωνίας, επιπλήττοντας, εγκαλώντας την για τη μη εξάντληση του εύρους των δυνατοτήτων της, ζητώντας να αναδείξει κατά το μέγιστο τον «αυθεντικό», τον «καλύτερο» εαυτό της, απαλλαγμένη από αλλοιωτικές, επιβαρυντικές προσμίξεις· πατάσσοντας τους «ακαμάτηδες», ανεπρόκοπους που αποτελούν τροχοπέδη στην πορεία της περαιτέρω ανάπτυξης, της πλέον εύρυθμης λειτουργίας μιας κοινωνίας «καλοκουρδισμένης», «απομυζώντας» την, καρπωνόμενοι τα γενναία κοινωνικά επιδόματα. Πρόκειται εδώ για μια διάσταση, δύο αποκλίνουσες προσεγγίσεις πάνω στο ίδιο ζήτημα· για την πλειοδοσία, τον υπερθεματισμό πάνω στη «Νορβηγική ταυτότητα», το ιδανικό τού Εγώ της Νορβηγικής κοινωνίας: «Κοινωνικό κράτος» ή «πολιτισμικός μαρξισμός».
Κατατρυχόμενος από ένα, όπως είδαμε, καταδυναστευτικό παρελθόν, ο Breivik ωστόσο, ναι, μας δείχνει το μέλλον. Όμως δεν μας προϊδεάζει για την άνοδο του φασισμού, αν πολλοί σπεύδουν να κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου, καλούν σε εγρήγορση, σημαίνουν συναγερμό εν όψει μιας τέτοιας απειλής, είναι, τρόπον τινά, ομοιοπαθείς, μαστίζονται από ένα “σύνδρομο” παρεμφερές με εκείνο από το οποίο πάσχει ο δολοφόνος, γινόμενοι έρμαια, παραμένοντας επίσης δέσμιοι ενός παρελθόντος τραυματικού που, άνευ αυτής, εν τη απουσία ουσιαστικής του διαπραγμάτευσης, αναστοχασμού, ειλικρινούς, επώδυνης αυτοκριτικής –εδώ η “αυτοπαρατήρηση”, είδαμε, υποκαθίσταται από το άγρυπνο βλέμμα και τον εγκλητικό λόγο της νέας δεξιάς–, αφήνεται να αιωρείται, να εμμένει, έως ότου, ακήδευτο και άταφο, άκλαυτο, αλλά μοναχά παραχωμένο, στοιχειώσει. Παραλείποντας συστηματικά το καθήκον, αναβάλλοντας την επίπονη εργασία του αναγκαίου πένθους, οι κοινωνίες είναι καταδικασμένες από καιρό σε καιρό, καταβάλλοντας φόρο αίματος, να «βυθίζονται στο πένθος» και να ‘ναι, θα ‘λεγες, τούτο, ασφαλώς, πρόσκαιρα μόνο, μιλάμε πάντοτε για ένα τέτοιο αυστηρά, ασφυκτικά περιορισμένο στο χρονικό διάστημα το προβλεπόμενο από τις κηρυσσόμενες «εθνικές ημέρες» τις αφιερωμένες σε αυτό, κάτι σαν τις ημέρες τις μισθοδοσίας ή της αποστολής των φορολογικών εκκαθαριστικών, οπότε και, βεβιασμένα, μηχανικά οι οφειλέτες θα ξεπληρώσουν αναδρομικά το από καιρό οφειλόμενο χρέος τους υπεραναπληρωματικά, συντονιζόμενοι με τον άκρατο συναισθηματισμό των Μέσων, τον δίχως περισυλλογή, εκλυόμενο ακατάσχετα ειδικά για να το αντικαταστήσει, να αντισταθμίσει το διαχρονικό έλλειμμα περίσκεψης, ειδικά για την περίσταση, έως δηλαδή την επάνοδο σε κανονικούς ρυθμούς, που ρυθμεί την κανονικότητα τους, ενδοσκοπικής απραξίας και σπάνης.
Δεν είναι μόνο που οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες τις απωθούν, παραμελούν την ουσιαστική ψηλάφηση των δύσκολων, μελανών πτυχών της ιστορίας τους[5], ενίοτε καμωνόμενες πως το τολμούν, αυτομαστιγωνόμενες, προσεγγίζοντας τις επίμαχες ιστορικές περιόδους με έναν τρόπο ριζικά εξωτερικό, έτσι ώστε να κρατούν για τον εαυτό τους μόνον τις εσωτερικευόμενες ενοχές. Είναι, πολύ περισσότερο, που δεν αυτοαμφισβητούνται στο παρόν· ουδέποτε κοντοστέκονται και για κανέναν λόγο, μόνο εξακολουθούν να εκδηλώνουν την υπερκινητικότητα, βαίνοντας στην πεπατημένη, εκδηλώνοντας τις μηχανικές, μονότονα επαναληπτικές κινήσεις που προστάζει η αδιαφιλονίκητα προέχουσα “πρόοδος”, επιτάσσοντας την παλινδρόμηση στις γνώριμες, στερεοτυπικές, τελεσίδικες απαντήσεις που δίνονται ανακλαστικά, ούτως ώστε να προλαμβάνεται κάθε παρέκκλιση από τη συνήθεια. Έτσι η αδιαπραγμάτευτη εξήγηση των τρομακτικών, ανατριχιαστικών ενεργειών του φονιά ως μονοσήμαντων, βάσει των επιφαινόμενων της ακροδεξιάς συνωμοσιολογικής ρητορικής, είναι ακριβώς αυτό, στερούμενη διαπραγμάτευσης, ενδεικτική της πανικόβλητης αναγωγής τους σε κάτι ήδη γνωστό, ένα απόλυτο κακό που αν και τέτοιο δεν είναι επίσης λιγότερο αυστηρά εντοπισμένο, «καλώς διακεκριμένο και ορισμένο», η υπαγωγή τους σε μια παραδεδομένη κατηγορία και ως εκ τούτου διόλου δεν διαφέρει ως προς την ουσία της από την πρεμούρα την οποία επέδειξαν οι δήθεν αντίπαλοι κατά τα λοιπά των θιασωτών της, σπεύδοντας, για να ξεμπερδεύουν με τα γεγονότα, κακήν κακώς να τα αποδώσουν σε ισλαμιστές φονταμενταλιστές. Αμφότεροι αυτοκαθησυχαζόμενοι, παραδομένοι στα πάγια, εξαρτημένα ανακλαστικά, αποκοτούν από την υποχρέωση της κατανόησης του καινούργιου.
Αν οι ναζί προλείαιναν το έδαφος για την υλοποίηση του ολοκαυτώματος και όλων των λοιπών κτηνωδιών με την έντεχνη, ενορχηστρωμένη, βδελυρή διάχυση της αποανθρωποποίησης όσων ομάδων έθεταν στο στόχαστρο, τη μεθοδική καλλιέργεια, η οποία, άλλωστε, εύρισκε για να ριζώσει και να πολλαπλασιαστεί πρόσφορο έδαφος, της εξίσωσης τους με, ούτε λίγο ούτε πολύ, ανθρώπινα σκουπίδια, σήμερα ο ευτελισμός της ύπαρξης συντελείται χάρη σε μια εκπτωχευμένη, ραγδαία απισχνούμενη καθημερινότητα, όπου ο άνθρωπος εξομοιώνεται με ένα ζώο προοριζόμενο να παράγει και να καταναλώνει ολοένα και περισσότερο. Αφού η ζωή δεν έχει κανέναν πια αντίκτυπο, κανένα “εκτόπισμα”, αφού είναι έτσι, πλαδαρή, για όλο και περισσότερους, είναι, όπως στην ταινία, και πάλι, του Γιένς Λιέν[6], δίχως νόημα, από την απουσία αυτού ταλανίζονται, υποφέρουν όλοι, καθίσταται, μη επιφέροντας καμία συνέπεια ολοένα και λιγότερο αληθινή, η απώλεια της φαντάζει ασήμαντη ένεκα της ανόδου της ασημαντότητας, λογίζεται ως αναλώσιμη, εκτός από όσους ψυχρούς υπολογιστές είναι ένθερμοι οπαδοί της βλέψης για «ορθολογική» κυριάρχηση επάνω της, και από όσους παραλογίζονται, παρανοούν συγχέοντας την πραγματικότητα με αυτήν την εικονική των video games, βρισκόμενοι στα όρια, πληθαίνοντας και έτοιμοι, περνώντας στο επόμενο επίπεδο δυσκολίας, να σαλτάρουν, ξεσπώντας σαν σε προσομοίωση σε μια βία αποϊδεολογικοποιημένη, καθ’ όλα άλογη, απονενοημένη, της οποίας η συνοδευτική αιτιολόγηση είναι προαιρετική και προσχηματική, όπως η υπόθεση στα παιχνίδια «πυροβόλα ότι κινείται», των οποίων η ουσία συνοψίζεται επαρκέστατα στη εύγλωττη επωνυμία τους.
Συνοψίζοντας κι εμείς να πούμε ότι η ενέργεια του Breivik, περισσότερο από δηλωτική της ανόδου των νεοφασιστών –άραγε δεν είναι η διατήρηση του παραδοσιακού όρου με την προσθήκη, τη συνοδεία του προθέματος «νέο-» ενδεικτική της ανεπάρκειας του να περιγράψει αυτό το καινούργιο, διερωτώμεθα–, συγγενεύει με τα school shootings, φαινόμενο των τελευταίων ετών που τα κρούσματα του διαρκώς πυκνώνουν। Τείνουσα να θεωρηθεί περίπου συνηθισμένη, δίχως να σοκάρει τους εξοικειωμένους τηλεθεατές, αποπραγματικοποιημένη από την οθόνη, από αυτήν φιλτραρισμένη σαν να ‘ταν από αυτό το τηλέφωνο του γραφείου του Άιχμαν, στα απαθή πρόσωπα τους διαγράφει την μπανάλ όψη της νέας, πιο τετριμμένης «κοινοτοπίας του κακού». Στις επόμενες “πίστες” η βία αυξάνει, έως ότου να γενικευθεί, γινόμενη ανεξέλεγκτη. Άκρατη βία έναντι των ξένων, ναι· θα πει κατά πάντων, όλων ημών, όλοι αποξενωμένοι, όλοι εναντίον όλων, ξένοι μεταξύ μας, ξένοι από την καθημερινή ζωή, ξένοι ως προς τον ίδιο μας τον εαυτό αυτόχειρες.

απο το μπλογκ: http://takoyrasmenamatia।blogspot.com/


Δεν υπάρχουν σχόλια: